Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΠΑΤΗΡ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΑΣ: "ΑΣ ΜΟΥ ΠΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ... ΜΑ ΠΟΙΟI ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΥΝ ΑΓΑΠΗ;"


Γράφει ο π. Γεώργιος Δεληκώστας
Θυμάμαι... ένα πρωινό του Ιουνίου του 2008. Μπαίνω στο γραφείο του Μητροπολίτη Δημητριάδος κ.κ. Ιγνατίου και του παραδίδω μία πολυσέλιδη μελέτη (επιστημονική έρευνα 2 χρόνων) που είχα κάνει σχετικά με την διεύρυνση της ικανότητας της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ.
Μια μελέτη που πίστευα και πιστεύω ότι θα μπορούσε να αλλάξει πολλά πράγματα στον τρόπο που «λειτουργεί ενδο-κοσμικά η Εκκλησία».

Βέβαια η περίπτωση της Εκκλησίας σε σχέση με τη μάθηση, έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Από τη μια, η Εκκλησία αποτελεί θεσμό με δισχιλιετή παρουσία, συνεπώς θεσμό με εδραιωμένες δομές και νοοτροπίες. Από την άλλη είναι ταυτισμένη με την θέληση του Ιδρυτή της να ανακαινίσει τα πάντα (Απ. 21,5). Τι πρέπει ν΄ αλλάξει, τι δεν πρέπει; Σε επίπεδο δογματικής διατύπωσης το πράγμα δεν προβληματίζει. Η παράδοση της Εκκλησίας διασφαλίζει την συνέχεια και εγγυάται το διαχρονικό. Σε ένα όμως μεγάλο αριθμό θεμάτων, κυρίως μάλιστα σ΄ εκείνα που έχουν να κάνουν με μεθόδους και τρόπους προσεγγίσεως του σύγχρονου κόσμου, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί.

Οταν, κατ΄ αρχήν, τίθεται το ερώτημα «κατά πόσον μία Μητρόπολη αποκτά τη δυνατότητα να μαθαίνει», επιβάλλεται να είναι απολύτως ξεκάθαρο, ότι μιλάμε για έναν οργανισμό μέσα στο εντελώς ενδοκοσμικό του πλαίσιο, χωρίς υπερβατικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Αυτό, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται μονομερές, αυθαίρετο και εν πολλοίς, αιτία εξαγωγής λανθασμένων συμπερασμάτων και αποφάσεων. Και όμως, είναι απολύτως έντιμο και από πνευματικής και από θεολογικής απόψεως. Η έννοια του Θεανθρώπινου οργανισμού, που πολλές φορές επικαλούμεθα, προκειμένου να περιγράψουμε την Εκκλησία, έχει ακριβώς μέσα της πλήρως τόσο την έννοια του Θεού όσο και την έννοια του ανθρώπου. Μεταξύ των δύο, δημιουργήθηκε όντως ένα χάσμα σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, τη στιγμή της «πτώσεως». Από το σημείο αυτό και πέρα, ο Θεός δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να προσεγγίσει αυτή την αποτυχία, να την αξιολογήσει, να αναρωτηθεί για τις αιτίες, να αναζητήσει λύσεις και τέλος να απευθυνθεί στον ίδιο τον Δημιουργό, ως τον μοναδικό ικανό να οδηγήσει τον άνθρωπο στη σωτηρία. Η Δημιουργία, όπως λοιπόν προκύπτει από τη διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν δαιμονοποιήθηκε. Οι αρχέγονοι νόμοι της δεν ανεστάλησαν. Ο ρόλος της, ως πηγή έμμεσης αποκάλυψης του Δημιουργού δεν «ήρθη». Ολα οδηγούν στο ότι το αισθητήριο του ανθρώπου, πνευματικό, ίσως και σωματικό, έχασε μέρος από τις δυνατότητές του. Το γεγονός αυτό οδηγεί οπωσδήποτε στην ανάγκη, η κάθαρση με την θεολογική έννοια, να προηγείται ή τουλάχιστον να συμπορεύεται με τη γνώση. Συγχρόνως όμως οδηγεί και στην αναμφίβολη διαπίστωση πως η γνώση, η κάθε κοσμική γνώση και αλήθεια, παραμένουν εν δυνάμει μονοπάτια που οδηγούν υπό προϋποθέσεις στην πηγή κάθε αλήθειας.

Εάν κανείς έχει να διακρίνει διαφορές μεταξύ διαφορετικών θεολογικών προσεγγίσεων και σε επέκταση μεταξύ χριστιανικών εκκλησιών στο ήθος και στην νοοτροπία που διαμορφώνουν τα μέλη τους, είναι ακριβώς σε αυτό το επίπεδο: Ένας δαιμονοποιημένος κόσμος, κατακλυσμένος από το κακό και τους νόμους του, διαμορφώνει προσωπικότητες φοβισμένες και καχύποπτες, απρόθυμες να αποδεχτούν την εξέλιξη, το καινούργιο, είτε ως γεγονός, είτε ως μέθοδο. Αντίθετα, ένας κόσμος που συστενάζει και συνωδίνει, όπως λέει ο Απ. Παύλος, ένας κόσμος φίλος, που ένιωσε κι΄ αυτός τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, διαμορφώνει ανθρώπους, όχι μόνο ανοιχτούς και φιλομαθής, αλλά συγχρόνως και συμπονετικούς προς κάθε τι ζωντανό (ζώα, φυτά, τα πάντα), ακόμη και προς τα άψυχα, ακριβώς γιατί ο κόσμος με ότι περιέχει αποτελεί ένα θαύμα ζωής, με νόμους και με μεθόδους έτοιμους να γίνουν γνωστοί στον άνθρωπο.

Ο Θεός δεν αφαίρεσε από τον άνθρωπο την ικανότητα να ερευνά, έστω και αν αυτή του η ιδιότητα, διαστρεβλωμένη από τον Πονηρό, τον οδήγησε έξω από τον Παράδεισο. Συνεπώς, ο Θεός φαίνεται να έχει αποφασίσει, πως η δυνατότητα της έρευνας και της προόδου στη γνώση παραμένει εργαλείο επιστροφής. «Γνώσεσθε την αλήθεια», λέει ο Χριστός που σημαίνει πως υπάρχει αλήθεια που περιμένει να μαθευτεί. Και η απάντηση του υμνωδού «δίδαξόν με τα δικαιώματά σου» καλεί τον άνθρωπο να βρει την αλήθεια, όχι βεβαίως του παντελώς απροσίτου Θεού στην ουσία του αλλά των αποτελεσμάτων της αγάπης του πάνω στην ανθρώπινη ιστορία. Ολα τα παραπάνω τεκμηριώνουν πως η Εκκλησία του Χριστού διασώζει ρητώς την Θεία της διάσταση, διατηρώντας ζωντανό το όραμα μιας άλλης πολιτείας, διαποτισμένης από την αγαπητική σχέση Θεού και ανθρώπου. Διασώζει όμως συγχρόνως και την ανθρώπινη-ενδοκοσμική διάστασή της, αναγνωρίζοντας την ευθύνη του ανθρώπου να διαμορφώσει έναν κόσμο, βάσει μεθόδων και γνώσεως, που διαρκώς εμπλουτίζεται. Έτσι, κάθε δοκιμασμένη πρακτική, είτε έχει να κάνει με την τεχνολογία, είτε με τον αόρατο χώρο της λογικής, είτε της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, είτε της συμπεριφοράς, είτε των συναισθημάτων, είτε των ενστίκτων, είτε των καλλιτεχνικών τάσεων, είτε των συμπτωμάτων, είτε της ικανότητας του ανθρώπου να συνυπάρχει, να δημιουργεί και να έχει συνείδηση του εγώ και της αξίας του, αποτελεί για την Εκκλησία εργαλείο πνευματικό και ποιμαντικό.

Η διερεύνηση της ικανότητας της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος και Αλμυρού να μαθαίνει χαρακτηρίζεται από μία ιδιαιτερότητα: αφορά ένα εκκλησιαστικό οργανισμό, o οποίος διακατέχεται από μία γενικότερη εκκλησιαστική νοοτροπία, που έχει να κάνει με την μυθοποίηση του παρελθόντος και τον φόβο του μέλλοντος. Με άλλα λόγια, εμφανή ή υποβόσκουσα αντίληψη αποτελεί η πεποίθηση πως κάποια στιγμή στο παρελθόν συνέβησαν κορυφαία γεγονότα, με βασικό χαρακτηριστικό την τελειότητα και συνεπώς την ακινησία. Αυτό έχει να κάνει, όχι μόνο με τον κεντρικό πυλώνα της χριστιανικής διδασκαλίας, δηλ. την εν χρόνω ενανθρώπηση του Θεού, αλλά και με το σύνολο των δογματικών, πνευματικών, καλλιτεχνικών και λοιπών παραμέτρων. Πορεία προς το μέλλον νοείται μάλλον η απομάκρυνση παρά η εξέλιξη και κατά συνέπεια κάθε διαφοροποίηση μορφών, συνθηκών και πολύ περισσότερο περιεχομένου γίνεται ουσιαστικά αντιληπτή ως αλλοίωση, ενίοτε και ως προδοσία ευλογημένων θησαυρών. Το γεγονός αυτό ενεργοποιεί ανακλαστικά κοινά με όλους εκείνους του χώρους ή οργανισμούς, που αρνούνται ή αδυνατούν να διακρίνουν το διαχρονικό από το περιστασιακό και κατά συνέπεια αρνούνται ή αδυνατούν να ζήσουν.

Στην περίπτωση της Εκκλησίας μάλιστα, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μία ριζική σχιζοφρένεια, καθότι η χριστιανική διδασκαλία εμφανίζεται ως δύναμη ριζοσπαστική και μεταμορφωτική. Από τη στιγμή που αρνείται να προσλάβει τις συνθήκες του νέου περιβάλλοντος στο όνομα της διατήρησης της άπαξ αποκαλυφθείσης αλήθειας, αυτοαναιρείται, εντάσσοντας τον εαυτό της στην κατηγορία εκείνων των χώρων, τους όποιους ακριβώς ήρθε ο Χριστός να κατακρίνει ως λάτρεις των τύπων και να μεταμορφώσει με πνεύμα ανανέωσης και μετανοίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε κάθε της παρέμβαση, με λόγο ή με έργο, να είναι διάχυτη μια διαρκής αμηχανία, η οποία δεν επιτρέπει ούτε την ανανέωση εντός και εκτός αυτής, ούτε –έστω- τον ολόψυχο εναγκαλισμό του παρελθόντος, ο οποίος, τουλάχιστον, θα την κατέτασσε στην κατηγορία των συντηρητικών οργανισμών, με ενιαία όμως στρατηγική, μέθοδο και αποτέλεσμα.

Γι΄ αυτούς τους ευρύτερους λόγους, η μελέτη εκείνη αποτελούσε καινοτομία. Πολλώ δε μάλλον, όταν προερχόταν από ερευνητή, ο οποίος βρισκόταν και βρίσκεται εντός των τειχών της Εκκλησίας, και ήταν, είναι και θα είναι υποχρεωμένος να καταστήσει την παρατήρηση, αυτοπαρατήρηση, την κριτική, αυτοκριτική και την προτεινόμενη δράση, προϊόν εσωτερικής μετανοίας και προσωπικής απόφασης. Κάθε τέτοια προσπάθεια, η οποία στοχεύει κατ΄ αρχήν σε βελτίωση αποτελεσμάτων, προϋποθέτει τρεις ικανότητες-διαδικασίες:

Α. Αυτοκριτική, με την έννοια της αυτοαξιολόγησης και αποδοχής των ελλείψεων. Τόσο επιχειρηματικά, όσο και πνευματικά πρόκειται για μία διαδικασία μετανοίας, δηλαδή αλλαγής οπτικής γωνίας, η οποία οδηγεί σε αναγνώριση της αμαρτωλότητας, δηλαδή της αποτυχίας. Οι όροι αυτοί δεν πρέπει να νοούνται σε απόλυτη διάσταση, σύμπτωμα πολύ συνηθισμένο σε θρησκευτικούς κύκλους. Πρόκειται μάλλον περί διόρθωσης πορείας, η οποία ακριβώς επειδή βρίσκεται εν εξελίξει, εμπεριέχει διαρκώς το ενδεχόμενο του λάθους. Με άλλα λόγια, η αμαρτία-αποτυχία, ενώ με αρνητική διάσταση αναζητά την διόρθωση, με θετική διάσταση αποδεικνύει κίνηση και εξέλιξη, με την προϋπόθεση βεβαίως του ζωντανού οράματος και του εμφανούς στόχου.

Β. Παρατήρηση του ευρύτερου περιβάλλοντος, όχι όμως απλώς με τη δυνατότητα της καταγραφής, αλλά μάλλον της έκ-στασης, δηλαδή της –έστω και προσωρινά- εξόδου από τα στενά ατομικά δεδομένα , μιας ταύτισης με την οπτική γωνία του άλλου, όπου «άλλος» μπορεί να είναι και η ίδια η «αγορά». Δεν υπάρχει πιο ανάγλυφη εικόνα της ταύτισης με τα ερωτήματα και τις ανάγκες του άλλου από το λόγο του Απ. Παύλου: «Τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντας …σώσω» (Α΄ Κορινθίους 9,19). Μάλιστα το ρήμα «σώσω» στα αμέσως προηγούμενα χωρία διατυπώνεται πέντε (5) φορές ως «κερδίσω». (ο.π. στ. 19-23)

Γ. Συγχρόνως, η αποστασιοποίηση θα διασφαλίσει την ανεξαρτησία, γεγονός που επισημαίνεται όλως τυχαίως (;) από τον Παύλο στο ίδιο ακριβώς σημείο (ο.π. στ.19). Ο παρατηρητής μετά την έκ-σταση της «έρευνας αγοράς», είναι σε θέση να επανέλθει «εις εαυτόν» (περίπτωση ασώτου στο ευαγγέλιο) και να δράσει ελεύθερα, χωρίς εμμονές και εξαρτήσεις. Η γνώση που απεκόμισε δεν ήταν ισχυρότερη από το όραμά του και έτσι η ίδια γνώση γίνεται εργαλείο και όχι δυνάστης.

Η δράση αυτή είναι πλέον βασισμένη σε δύο στέρεες βάσεις:

Προσήλωση στο όραμα (ΤΙ ΘΕΛΩ)

Γνώση «αγοράς» (ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ)

Συνεπώς, η δράση δεν φοβάται να είναι ευέλικτη. Ιδιαίτερα στο τρίτο αυτό σημείο υπεισέρχεται και ο παράγων χρόνος. Η διάστασή του είναι διπλή: πρόκειται κατ΄ αρχήν για το πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινούνται οι μελλοντικές αλλαγές και εξελίξεις. Ο χρόνος, σημαντικός παράγων και σε κάθε πνευματική αναζήτηση και διεργασία, είναι ουσιαστικά το πεδίο δράσης, στο οποίο πραγματοποιούνται αλλαγές και εξελίξεις. Συγχρόνως, όμως, η επιλογή του κατάλληλου χρόνου (timing) βάσει γνώσεως και μεθόδου, προσφέρει την πλεονεκτική θέση έναντι του «ανταγωνιστή».

Η επιτυχής έκβαση αυτής της τριπλής διαδικασίας, καθιστά το πρόσωπο ή τον οργανισμό, ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ. Τι είναι όμως ένας προφήτης; Για τους πολλούς είναι κάποιος με ικανότητες να ερευνά τη σφαίρα του μέλλοντος και να έχει επαφή με το υπερφυσικό-παράλογο. Δεν είναι, όμως, αυτή η βιβλική έννοια του όρου. Προφήτης είναι κατ΄ αρχήν ο άνθρωπος με την καθαρή ματιά, ο ανεξάρτητος από τις περιστάσεις και από τις προσωρινές, έστω εντυπωσιακές, παραστάσεις. Ο προφήτης δεν χάνει το μέτρο των πραγμάτων και των διαχρονικών στόχων-αξιών, ούτε όμως και το θάρρος να αρνείται τον συμβιβασμό με τα τρέχοντα. Τολμάει να ασκεί κριτική, να αρνείται το ρεύμα και να συγκρούεται. Συγχρόνως, το ζωντανό όραμα του δίνει υπομονή και αντοχή στις επιπτώσεις της στάσης του. Μένει προσηλωμένος στις σταθερές αξίες και μπορεί να κρίνει τις εφήμερες τάσεις. Το μεγαλείο του, όμως, αποκαλύπτεται στην απάρνηση του «προσωρινού κέρδους». Αυτό το στοιχείο είναι το κατ΄ εξοχήν χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τον προφήτη από τους ψευδο-προφήτες, οι οποίοι κολακεύουν την εξουσία και καρπώνονται τα «εύκολα κέρδη». Αντίθετα, ο προφήτης ξεκινάει με προσωρινή ζημία (η ιστορία των προφητών είναι εκπληκτικά πανομοιότυπη), οι εξελίξεις όμως τον δικαιώνουν και τον καθιστούν ηγέτη (leader) του συστήματος μεσο- και μακροπρόθεσμα.

Στα μάτια των πολλών ο προφήτης ταυτίζεται με τον μάντη, εκείνος όμως έχει τη γνώση, η οποία διασπά το παρόν. Δεν κινείται στο χώρο της μετα-φυσικής. Αντίθετα, έχει ευρύτατη γνώση της …φυσικής. «Βλέπει» τους κινδύνους, τις ανάγκες και τις ευκαιρίες που έρχονται και προειδοποιεί, λαμβάνοντας μέτρα ακατανόητα πολλές φορές για τους εγκλωβισμένους στον στενό ορίζοντα του «εδώ και τώρα» (βλ. αρπαχτής»). Ο προφήτης είναι πρώτ΄ απ΄ όλα ικανός να μαθαίνει, χωρίς να αλλοιώνει το διαχρονικό, χωρίς να περιφρονεί το περιβάλλον και χωρίς να φοβάται να δράσει. Κάθε οργανισμός και κυρίως κάθε πνευματικός οργανισμός, όπως η Ι.Μ.Δ., σε όλες του τις εκφάνσεις, χωρίς διασπάσεις της ταυτότητας και των οραματισμών του, έχει όλες τις προϋποθέσεις να δράσει προφητικά, δηλαδή παραγωγικά, δηλαδή κερδοφόρα.

Η μελέτη εκείνη θα μπορούσε να αποτελέσει παράθυρο διαφυγής από τα διλήμματα μεταξύ πνευματικότητας και επιχειρηματικότητας που διακατέχουν τον πολιτισμό μας, αλλά και πηγή προβληματισμού για σύζευξη όλων των παραμέτρων που δρουν στην ανθρώπινη ύπαρξη. Και αν η αγάπη, ως η κατ΄ εξοχήν δύναμη ενότητας των ανθρώπων είναι η λύση σε όλα, μα σε όλα τα αδιέξοδα, ίσως θα πρέπει να ανοίξει ένας δρόμος αντιμετώπισής της, ως παράγοντα κέρδους, κέρδους πολύ ευρύτερου από μια απλή λογιστική πράξη.

Ας μου πει επιτέλους κάποιος… Ποιοι είναι αυτοί οι τρελοί που μοιράζουν Αγάπη;;;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου