Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

KYΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Ο ΝΕΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ!

Στο νέο πατριωτισμό της αλήθειας που υψώνεται απέναντι στον λαϊκίστικο εθνικισμό και οδηγεί σε μια κοινωνική και πολιτική πανστρατιά, αναφέρθηκε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας απόψε στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Γιώργου Παγουλάτου με τίτλο: «Το νησί που φεύγει, 121+1 κείμενα για την κρίση».

Ανέφερε συγκεκριμένα:


«Επάνω στην αλήθεια θα στηριχθεί ο νέος πατριωτισμός τον οποίο εμείς υπηρετούμε και υψώνουμε ως αντίπαλο δέος στον λαϊκίστικο εθνικισμό, που μας καταστρέφει. Ο νέος πατριωτισμός της αλήθειας θα εκφράσει μια πανστρατιά κοινωνική και πολιτική, που θα υπερβαίνει παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές. Θα βρεθεί απέναντι στις πολιτικές του θυμού και της οργής. Με θετικό λόγο. Για να γιατρέψουμε τις πληγές μας. Τώρα είναι η ώρα να δουλέψουμε. Δεν υπάρχει χρόνος για απογοήτευση, δεν υπάρχει χώρος για μιζέρια και μισαλλοδοξία. Δεν υπάρχει περιθώριο για σιωπή και απάθεια. Γιατί έτσι προχωρούν οι λαοί, έτσι ωριμάζουν οι κοινωνίες.

Είναι γεγονός ότι στη Νέα Δημοκρατία έλαχε ο κλήρος να ηγηθεί αυτής της πανστρατιάς. Είμαστε έτοιμοι να γίνουμε καταλύτες της. Γιατί και εμείς αλλάζουμε και μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Είναι όμως απαραίτητη και η συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που στέκονται απέναντι στην ανευθυνότητα και τον τυχοδιωκτισμό της σημερινής Κυβέρνησης. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια ουδέτερης στάσης και πολιτικής ίσων αποστάσεων. Διότι ένα είναι βέβαιο: Το διακύβευμα υπερβαίνει τον καθένα από εμάς ατομικά και το ζητούμενο είναι να μη μας υπερβεί και συλλογικά …

Δεν θα έχουμε πολλές ακόμα ευκαιρίες υπέρβασης και ανάκαμψης. Η στιγμή μας θα έρθει σύντομα. Και, αυτήν τη φορά, είμαι βέβαιος ότι θα φανούμε αντάξιοι της στιγμής και της ιστορίας. Και τότε θα φανεί ποιοι μένουν στα εύκολα λόγια και ποιοι θα είναι διατεθειμένοι να μπουν για τα καλά στο δύσκολο καμίνι της πολιτικής δράσης. Ποιοι θα περιοριστούν στο ρόλο να βλέπουν την ιστορία να περνά από μπροστά τους και ποιοι θα επιλέξουν να γίνουν μέρος της και να τη διαμορφώσουν».

Ο κ. Μητσοτάκης, αναφέρθηκε στη ζημιά που επέφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και τις ευκαιρίες που έχασε υπογραμμίζοντας: «Η ζημιά που επέφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ στους Έλληνες πολίτες αποτιμάται οικονομικά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ένα όμως είναι βέβαιο. Είμαστε στο τέλος του 2016 και ακόμα έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε για να φτάσουμε εκεί που ήμασταν στο τέλος του 2014. Και βέβαια είναι τεράστιες οι κοινωνικές συνέπειες που προκύπτουν ως επακόλουθα της αναίτιας παράτασης της κρίσης. Διότι η διέξοδος από την κρίση είχε ήδη διαφανεί όταν ανέλαβε η Κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Όπως γράφει και ο Γιώργος “το 2014 ήταν σαφής η βελτίωση όλων σχεδόν των δεικτών… Η Κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου κατάφερε να επιδεινώσει ξανά την κρίση ”ως αποτέλεσμα τυχοδιωκτικών πολιτικών χειρισμών” όπως ευγενικά σημειώνει ο Παγουλάτος. Πλέον έχει καταστεί προφανές ότι πράγματι από ιδεοληψία και τυχοδιωκτισμό χάθηκαν δύο μεγάλες ευκαιρίες στις αρχές του 2015:

Πρώτον η ευκαιρία μιας προνομιακής μεταχείρισης από τους δανειστές μας. Όπως γράφει ο Παγουλάτος, ‘’Η νέα Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 είχε απέναντί της ένα ευρύτατο κεφάλαιο συμπάθειας και κατανόησης από την ευρωπαϊκή και διεθνή κοινή γνώμη, που καταλάβαινε την ανάγκη χαλάρωσης της λιτότητας. Οι εταίροι ήταν έτοιμοι για παραχωρήσεις - δεν ήταν όμως έτοιμοι να φανούν ότι υποκύπτουν σε εκβιασμό’’.

Και η δεύτερη μεγάλη χαμένη ευκαιρία ήταν μια σταθερή πορεία ανάπτυξης, καθώς στην αρχή του 2015, για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια η συγκυρία στην Ευρώπη ήταν ευνοϊκή. Ο Ντράγκι έβγαζε την Ευρώπη από την παγίδα του μηδενικού πληθωρισμού. Ανακουφίζονταν οι οικονομίες του Νότου και διευκολύνονταν οι προσπάθειες προσαρμογής τους. Το 2015 ήταν το πρώτο έτος με μηδενικό κόστος χρήματος στην Ευρώπη. Το ευρώ είχε σταματήσει να ανατιμάται δίνοντας ώθηση σε εξαγωγές. Το πετρέλαιο ήταν φθηνό. Και, αντί η χώρα μας να αδράξει αυτήν την μοναδική ευκαιρία, η Ελλάδα παρέμεινε μόνη της, κλεισμένη έξω από την ευρωπαϊκή ανάκαμψη».

Για μια ακόμη φορά, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι επιβάλλεται πολιτική αλλαγή το ταχύτερο δυνατό, προκειμένου η χώρα να περάσει σε ένα νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο, σε ένα νέο πολιτικό πρότυπο, σε μια «πολιτική του Μετα-Λαϊκισμού». Ανέφερε συγκεκριμένα: «Η Ελλάδα παραμένει μεταρρυθμιστικά δυσκίνητη, δημοσιονομικά αμφίθυμη και αναπτυξιακά χωρίς προσανατολισμό, ενώ ο χρόνος περνά αμείλικτα και η κλεψύδρα των ευκαιριών αδειάζει σταθερά σε βάρος μας. Για αυτό είναι επιβεβλημένη η πολιτική αλλαγή το συντομότερο δυνατό. Η χώρα δεν χρειάζεται απλά και μόνο ένα νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο. 
Χρειάζεται και ένα νέο πολιτικό πρότυπο. Χρειάζεται να εφεύρουμε μια “πολιτική του Μετα-Λαϊκισμού”. Δεν αρκεί να βασιστούμε αυτάρεσκα στην ιδεολογική ανωτερότητα των ιδεών μας. Ούτε να πιστεύουμε ότι, επειδή όλοι συμφωνούμε μεταξύ μας σε αυτή την εκδήλωση, έχουμε κερδίσει και την εμπιστοσύνη της σιωπηλής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας. 
Πρέπει να διαβάσουμε το “πνεύμα” πίσω από το “γράμμα” της λαϊκιστικής ψήφου, χωρίς να γίνουμε οι ίδιοι λαϊκιστές. Πρέπει να διδαχτούμε από τη μαζική απόρριψη των πολιτικών, οικονομικών, μιντιακών και ακαδημαϊκών ελίτ. Είναι αλήθεια ότι διαμορφώνεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία ένα ισχυρό ρεύμα αλλαγής. Ένα ρεύμα που οφείλουμε όμως να αξιοποιήσουμε θετικά και παραγωγικά. Όχι μόνο ως ένα πρόσκαιρο σύμπτωμα αντίδρασης στην πιο αποτυχημένη Κυβέρνηση από τη Μεταπολίτευση και μετά. Αλλά ως ένα θετικό ρεύμα δημιουργικής επανάστασης. Ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο να είμαστε καλύτεροι από τους προηγούμενους. Πρέπει να βάλουμε τον πήχη πολύ πιο ψηλά. Πρέπει να είναι να ξαναχτίσουμε τη χώρα σε γερά θεμέλια μέσα σε ένα κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με μία εύρωστη δημοκρατία, μια ανταγωνιστική οικονομία και ένα αποτελεσματικό Κράτος».

«Για να το πετύχουμε αυτό», πρόσθεσε ο κ. Μητσοτάκης, «χρειάζεται μια γενναία και δημιουργική ρήξη με το παρελθόν μας. Ένα είναι βέβαιο: δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε το αύριο με τα εργαλεία και το λεξιλόγιο του χθες. Γνωρίζω καλά πως σε κάποιους δεν θα μπορέσουμε να απευθυνθούμε. Γιατί δεν θα αντιμετωπίσουμε το λαϊκισμό στρογγυλεύοντας τον πολιτικό μας λόγο. Πρέπει όμως να απευθυνθούμε στον “ξεχασμένο άνθρωπο”. Στην μέση ελληνική οικογένεια που, μακριά από ιδεολογικές κορώνες, βλέπει κάθε μέρα το μέλλον της πιο ζοφερό. 
Πρέπει να απευθυνθούμε στους χαμένους της παγκοσμιοποίησης. Πρέπει να απευθυνθούμε στους ακραία φτωχούς, που είναι κατά βάση νέοι και ακουμπούν το 15% της ελληνικής κοινωνίας. Πρέπει να απευθυνθούμε σε όσους αισθάνονται ότι η Ελλάδα δεν τους δίνει προοπτική και επιλέγουν “να ψηφίσουν με τα πόδια τους”, επιλέγοντας τη φυγή. Πρέπει να απευθυνθούμε στη μέση ελληνική οικογένεια και να αντιστρέψουμε την τεράστια δημογραφική κρίση που απειλεί τη χώρα μας. Πρέπει να απευθυνθούμε στις εργατικές συνοικίες της χώρας και να τους πείσουμε για το “τι πρέπει να γίνει” και το πως αυτό περιλαμβάνει και σέβεται την προοπτική των ίδιων και των οικογενειών τους.

Με αλλά λόγια πρέπει να ακούσουμε το βουβό πόνο μιας τραυματισμένης κοινωνίας και να χτίσουμε βήμα βήμα, λιθαράκι λιθαράκι, σχέσεις εμπιστοσύνης. 
Και αυτό δεν θα γίνει μόνο στα αμφιθέατρα των παρουσιάσεων βιβλίων ή σε συνάξεις ανθρώπων που σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Θα γίνει εκεί που ζυμώνεται η κοινωνία. Στους χώρους δουλειάς, στις σχολικές επιτροπές, στους νέους αγροτικούς συνεταιρισμούς, στις συνάξεις των startuppers, αλλά και στους χώρους των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, που ασχολούνται με αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Και όλα αυτά θα πρέπει να τα πράξουμε μέσα από μια συμφωνία αλήθειας και ταυτόχρονα εμπεριστατωμένης ελπίδας. Αλήθειας και ελπίδας μαζί, διότι ο κόσμος βίωσε την ελπίδα βασισμένη στην εξαπάτηση και τον λαϊκισμό. Και εύλογα την αμφισβητεί».

Αναλυτικά η ομιλία:

Κυρίες και κύριοι,


Αποτελεί ιδιαίτερη χαρά για εμένα που απόψε μου δίνεται η δυνατότητα να μιλήσω για το βιβλίο του φίλου Γιώργου Παγουλάτου. Όπως αναφέρει και ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του, ο Γιώργος υπήρξε, υπό μια έννοια, «τρισυπόστατος» κατά τη διάρκεια της κρίσης: χρονογράφος της, από τις σελίδες κυρίως της «Καθημερινής», ακαδημαϊκός ερευνητής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας, καθώς και συνεργάτης δυο πρωθυπουργών της κρίσης. Χαίρομαι επίσης που, πέραν του Γιώργου Παγουλάτου, βρίσκομαι ανάμεσα σε μια εκλεκτή συντροφιά – τον Σταύρο Θεοδωράκη, τον Ευάγγελο Βενιζέλο και τον Χρήστο Χωμενίδη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης διαπιστώσαμε σταδιακά πως εκείνα που μας ενώνουν είναι πολλαπλάσια από εκείνα που μας χωρίζουν. Το αίσθημα αυτό έγινε πιο έντονο στην τελευταία φάση της κρίσης και ειδικά κατά τη διάρκεια του καταστροφικού πρώτου εξαμήνου του 2015. Τότε που αισθανθήκαμε ότι η χώρα βρέθηκε κυριολεκτικά μια ανάσα από τον ιστορικό της εκτροχιασμό, έξω από τους κόλπους της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας – όχι απλώς «ένα νησί που φεύγει», αλλά «ένα νησί που βυθίζεται».

Είτε πρόκειται για τον επικεφαλής του «Ποταμιού», είτε για τον πρώην Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, είτε για έναν εκ των κορυφαίων Ελλήνων συγγραφέων, για να μην επικαλεστώ την πολιτική ιδιότητα που έφερε για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο Χρήστος, δηλαδή εκείνη του μέλους του Πολιτικού Γραφείου της ΔΗΜΑΡ, αισθάνομαι ότι όλοι μας, παρά τις καταγεγραμμένες διαφορές μας, έχουμε κοινές αξίες και κοινές πεποιθήσεις για τον προσανατολισμό της χώρας.

Στεκόμαστε απέναντι στο λαϊκισμό. Εκτιμούμε ότι το εθνικό συμφέρον της χώρας επιτάσσει τη συμμετοχή της στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια με όρους ισότητας και εθνικής αξιοπρέπειας. Στεκόμαστε, ο καθένας με τον τρόπο του, απέναντι στον πολιτικό καιροσκοπισμό και τον τυχοδιωκτισμό. Αντιλαμβανόμαστε την συλλογική αυτογνωσία ως αναγκαία, αλλά όχι ικανή προϋπόθεση εξόδου της χώρας από την κρίση. Και επειδή ίσως κάποιοι σπεύσουν να μιλήσουν για αναβίωση των διαιρέσεων του περυσινού δημοψηφίσματος, θέλω να τονίσω με έμφαση ότι η δική μου συνειδητή προσπάθεια είναι να υπερβούμε εκείνες τις διαιρέσεις. Να απευθυνθούμε στο σύνολο της κοινωνίας, αφήνοντας πίσω διαχωρισμούς που έβλαψαν τη χώρα και ξεπεράστηκαν από τις εξελίξεις.

Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο του Γιώργου αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο ερμηνείας των γεγονότων της τελευταίας 6ετίας. Στις σελίδες του ξετυλίγεται ένα πλήρες ημερολόγιο που καταγράφει όσα σημαντικά εκτυλίχθηκαν στην Ελλάδα από το 2007 μέχρι το φθινόπωρο του 2015. Παρότι για ένα επτάμηνο ο Γιώργος υπήρξε σύμβουλος των κ. Πικραμμένου και Παπαδήμου, αυτό δεν αλλοιώνει την ακαδημαϊκή αντικειμενικότητα που διέπει τα κείμενά του.

Βέβαια η προσέγγιση των γεγονότων από τον Γιώργο δεν είναι απο-ιδεολογικοποιημένη. Κάθε άλλο μάλιστα. Η οπτική γωνία από την οποία παρακολουθεί τα γεγονότα είναι δεδομένη, διαχέεται σε όλα του τα άρθρα και περιγράφεται ιδιαίτερα συμπυκνωμένα στο κείμενο «Οι παροχές είναι για τους ενάρετους». Εκεί, τον Νοέμβριο του 2008, εξηγεί γιατί η δήθεν Κεϋνσιανή άποψη των παροχών μέσω της αύξησης των δαπανών, όχι μόνο δεν θα έβγαζε την Ελλάδα από την κρίση, αλλά θα την βύθιζε ακόμη βαθύτερα. Έγραφε τότε: «Η χώρα υπερχρεώθηκε, πουλώντας το μελλοντικό της κεφάλαιο, για να χρηματοδοτήσει μια κατανάλωση μεγαλύτερη από την παραγωγή της».

Σε όλα κείμενα του Γιώργου αποτυπώνεται μια συνεπής φιλελεύθερη σκέψη, ένας συνεχής μεταρρυθμιστικός οίστρος και ένας ανυποχώρητος φιλο-Ευρωπαϊσμός. Παρότι ο Παγουλάτος αναγνωρίζει δομικά λάθη της Ευρωζώνης, θεωρεί ότι η πίεση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις προέκυψαν χάρη στην Ευρώπη και ότι το ευρώ αποτέλεσε διαχρονικά ένα σημείο σταθερότητας για την ελληνική οικονομία. Επίσης, τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια δίκαιη και μετριοπαθή προσέγγιση. Είναι αιχμηρός με όλες τις Κυβερνήσεις για την μεταρρυθμιστική τους αδράνεια.

Ταυτόχρονα, όμως, ο συγγραφέας δείχνει και κατανόηση για τις ιδιαίτερες συνθήκες που κάθε Κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει. Άλλωστε, η ωρίμανση της κοινωνίας για την επιτακτική ανάγκη μεταρρυθμίσεων μόνον πρόσφατα επήλθε. Ίσως το τίμημα αυτής της ωρίμανσης να ήταν η εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με το τεράστιο κόστος που αυτή συνεχίζει να έχει για τον ελληνικό λαό.

Μοναδική εξαίρεση – και αλλαγή ύφους από τον μετριοπαθή λόγο του – που φτάνει μέχρι την έκφραση οργής, βλέπουμε στα τελευταία κείμενα και ιδιαίτερα σε αυτά που αφορούν στον κ. Βαρουφάκη. Εκεί δικαιολογημένα ίσως ο συγγραφέας χάνει την αυτοσυγκράτησή του. Στο κείμενο «Ροκ σοκ και δέος» γράφει για την περίφημη διαπραγμάτευση της πρώτης Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: «Στήσαμε έναν εξωτερικό “τσαμπουκά” για να κερδίσουμε εσωτερική στήριξη, ώστε να μπορέσουμε να απορροφήσουμε επιτυχώς την αποτυχία μας στον εξωτερικό “τσαμπουκά”». Στο ίδιο, (1 Μαρτίου 2015) προβλέπει τι επίκειται: «όταν τον Μάιο – Ιούνιο πάμε στη μεγάλη, την πιο κρίσιμη διαπραγμάτευση, που αφορά τα επόμενα χρόνια της χώρας, θα είμαστε μόνοι απέναντι σε όλους τους άλλους. Με μόνη μας ελπίδα την «καλοσύνη των ξένων».

Κυρίες και κύριοι,

Ο πρόλογος των 17 σελίδων αποτελεί ένα περιεκτικό αφήγημα για την ελληνική κρίση. Εμένα αυτό το αφήγημα με βρίσκει σύμφωνο. Μπορεί όχι σε κάθε του ανάλυση, πτυχή και λεπτομέρεια, αλλά σίγουρα ως προς τις βασικές του παραδοχές. Και νομίζω ότι η πολιτική ζωή του τόπου σήμερα χωρίζεται από τη μια σε όσους μοιράζονται την προβληματική Παγουλάτου και από τη άλλη σε όσους την αρνούνται. Για να το πω σχηματικά, από τη μια όσους πιστεύουν ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και από την άλλη όσους πιστεύουν ότι τα Μνημόνια έφεραν την κρίση.

Σε αυτό το τραπέζι, πιστεύω ότι όλοι δεχόμαστε στην βάση της την ανάλυση Παγουλάτου. Για αυτό ίσως να μην υπάρξει και μεγάλο debate σήμερα ανάμεσά μας. Θα ήταν σίγουρα αλλιώς αν ο κ. Παγουλάτος είχε καλέσει εδώ κάποιον από το ΣΥΡΙΖΑ ή τους ΑΝΕΛ. Δεν μου κάνει εντύπωση ότι δεν υπάρχει κανείς. Και αυτό αντανακλά το μεγάλο πρόβλημα της χώρας μας σήμερα. Βρίσκονται στην Κυβέρνηση άνθρωποι που διαφωνούν, όχι μόνο με την λογική, αλλά ίσως και με κάθε λέξη που έγραψε ο Παγουλάτος.

Στο κείμενο «Οι αθέατες πτυχές της κρίσης» που δημοσίευσε το καλοκαίρι του 2014, περιγράφει με μελανά χρώματα μια «τραγωδία ανθρώπινου κεφαλαίου και παραγωγικού δυναμικού για τη χώρα». Τα τελευταία δύο χρόνια, όλα όσα περιέγραφε τότε έχουν δυστυχώς χειροτερεύσει αισθητά. Η ζημιά που επέφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ στους Έλληνες πολίτες αποτιμάται οικονομικά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ένα όμως είναι βέβαιο. Είμαστε στο τέλος του 2016 και ακόμα έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε για να φτάσουμε εκεί που ήμασταν στο τέλος του 2014.

Και βέβαια είναι τεράστιες οι κοινωνικές συνέπειες που προκύπτουν ως επακόλουθα της αναίτιας παράτασης της κρίσης. Διότι η διέξοδος από την κρίση είχε ήδη διαφανεί όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Όπως γράφει και ο Γιώργος «Το 2014 ήταν σαφής η βελτίωση όλων σχεδόν των δεικτών. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2014 οι επενδυτές είχαν αρχίσει να συρρέουν. Οι ταξιτζήδες έλεγαν ότι πρώτη φορά οι εισπράξεις και η κίνηση πήγαιναν τόσο καλά». Η Κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου κατάφερε να επιδεινώσει ξανά την κρίση «ως αποτέλεσμα τυχοδιωκτικών πολιτικών χειρισμών», όπως ευγενικά σημειώνει ο Παγουλάτος.

Πλέον έχει καταστεί προφανές ότι πράγματι από ιδεοληψία και τυχοδιωκτισμό χάθηκαν δύο μεγάλες ευκαιρίες στις αρχές του 2015:

Πρώτον η ευκαιρία μιας προνομιακής μεταχείρισης από τους δανειστές μας. Όπως γράφει ο Παγουλάτος, «Η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, είχε απέναντί της ένα ευρύτατο κεφάλαιο συμπάθειας και κατανόησης από την ευρωπαϊκή και διεθνή κοινή γνώμη, που καταλάβαινε την ανάγκη χαλάρωσης της λιτότητας. Οι εταίροι ήταν έτοιμοι για παραχωρήσεις - δεν ήταν όμως έτοιμοι να φανούν ότι υποκύπτουν σε εκβιασμό».

Και η δεύτερη μεγάλη χαμένη ευκαιρία ήταν μια σταθερή πορεία ανάπτυξης, καθώς στην αρχή του 2015, για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, η συγκυρία στην Ευρώπη ήταν ευνοϊκή. Ο Ντράγκι έβγαζε την Ευρώπη από την παγίδα του μηδενικού πληθωρισμού. Ανακουφίζονταν οι οικονομίες του Νότου και διευκολύνονταν οι προσπάθειες προσαρμογής τους. Το 2015, ήταν το πρώτο έτος με μηδενικό κόστος χρήματος στην Ευρώπη. Το ευρώ είχε σταματήσει να ανατιμάται δίνοντας ώθηση σε εξαγωγές. Το πετρέλαιο ήταν φθηνό. Και, αντί η χώρα μας να αδράξει αυτή τη μοναδική ευκαιρία, η Ελλάδα παρέμεινε μόνη της, κλεισμένη έξω από την ευρωπαϊκή ανάκαμψη.

Κυρίες και κύριοι,

Ομολογώ ότι είναι πολύ λίγα τα κείμενα που περιέχονται στο βιβλίο τα οποία δεν διάβασα όταν δημοσιεύτηκαν. Όμως, υπό το φως του παρόντος, η αναδρομή στο παρελθόν μέσα από τα κείμενα του Παγουλάτου έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Καταρχάς ο αναγνώστης συνδέει τα κομμάτια του παζλ σε μια μεγάλη εικόνα που πλέον έχει αποκαλυφθεί για την περίοδο 2007 - 2015. Κάθε τι είχε και έχει τη σημασία του. Πολιτικές αποφάσεις που λήφθηκαν εγκαίρως ή μη, μεταρρυθμίσεις που ολοκληρώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν στη μέση, υποσχέσεις που δόθηκαν και δεν τηρήθηκαν, όλα συνέτειναν στην διαμόρφωση του παρατεταμένου ελληνικού δράματος που συνεχίζουμε να ζούμε. Για αυτό και ο τίτλος «το νησί που φεύγει», που παραπέμπει στην τελική σκηνή της ταινίας Underground του Κουστουρίτσα, είναι ιδιαίτερα εύστοχος.

Όπως εύστοχο είναι και το ομότιτλο κείμενο του Παγουλάτου που παρομοιάζει το ελληνικό δράμα με την τραγωδία του γιουγκοσλαβικού λαού. «Φεύγουν χωρίς να γνωρίζουν πραγματικά τι τους συνέβη. Αυτός είναι ο δρόμος των Βαλκανικών λαών. Ποτέ δεν βλέπουν ορθολογικά το παρελθόν τους», γράφει. Και είναι δυστυχώς αλήθεια. Διότι ακόμη και σήμερα, υπάρχει μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού που δυσκολεύεται να δει την πραγματικότητα κατάματα. Και το καταλαβαίνω. Και είχε δίκιο ο Παγουλάτος, όταν προέβλεψε, ήδη από τον Ιανουάριο του 2015, ότι «πολύ σύντομα θα αισθανθούν απογοητευμένοι, διαψευσμένοι, εξαπατημένοι». Αναγνωρίζω ότι δεν είναι εύκολο να παραδεχθείς το λάθος σου. Δεν είναι εύκολο να δεχθείς ότι εξαπατήθηκες. Ακόμα και όταν οι ίδιοι οι κυβερνώντες ομολογούν «αυταπάτη». Αυτά όλα πρέπει να φωτιστούν από την αλήθεια. Και θα φωτίζονται όσο κερδίζουμε σε αυτογνωσία και όσο κατανοούμε το σύγχρονο ελληνικό δράμα. Για να μην κινδυνεύσει να γίνει ποτέ ξανά η Ελλάδα «νησί που φεύγει».

Ωστόσο, η πορεία του νησιού δεν είναι ακόμη ούτε δεδομένη ούτε εξασφαλισμένη. Κάθε άλλο μάλιστα. Η Ελλάδα παραμένει μεταρρυθμιστικά δυσκίνητη, δημοσιονομικά αμφίθυμη και αναπτυξιακά χωρίς προσανατολισμό, ενώ ο χρόνος περνά αμείλικτα και η κλεψύδρα των ευκαιριών αδειάζει σταθερά σε βάρος μας. Για αυτό είναι επιβεβλημένη η πολιτική αλλαγή το συντομότερο δυνατό. Η χώρα δεν χρειάζεται απλά και μόνο ένα νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο. Χρειάζεται και ένα νέο πολιτικό πρότυπο. Χρειάζεται να εφεύρουμε μια «πολιτική του Μετα-Λαϊκισμού». Δεν αρκεί να βασιστούμε αυτάρεσκα στην ιδεολογική ανωτερότητα των ιδεών μας. Ούτε να πιστεύουμε ότι, επειδή όλοι συμφωνούμε μεταξύ μας σε αυτή την εκδήλωση, έχουμε κερδίσει και την εμπιστοσύνη της σιωπηλής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας.

Πρέπει να διαβάσουμε το «πνεύμα» πίσω από το «γράμμα» της λαϊκιστικής ψήφου, χωρίς να γίνουμε οι ίδιοι λαϊκιστές. Πρέπει να διδαχτούμε από τη μαζική απονομιμοποίηση των πολιτικών, οικονομικών, μιντιακών και ακαδημαϊκών ελίτ. Είναι αλήθεια ότι διαμορφώνεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία ένα ισχυρό ρεύμα αλλαγής. Ένα ρεύμα που οφείλουμε όμως να αξιοποιήσουμε θετικά και παραγωγικά. Όχι μόνο ως ένα πρόσκαιρο σύμπτωμα αντίδρασης στην πιο αποτυχημένη Κυβέρνηση από τη μεταπολίτευση και μετά. Αλλά ως ένα θετικό ρεύμα δημιουργικής επανάστασης.

Ο στόχος δεν μπορεί να είναι μόνο να είμαστε καλύτεροι από τους προηγούμενους. Πρέπει να βάλουμε τον πήχη πολύ πιο ψηλά. Πρέπει να είναι να ξαναχτίσουμε τη χώρα σε γερά θεμέλια μέσα σε ένα κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με μία εύρωστη Δημοκρατία, μια ανταγωνιστική οικονομία και ένα αποτελεσματικό Κράτος. Για να το πετύχουμε αυτό χρειάζεται μια γενναία και δημιουργική ρήξη με το παρελθόν μας. Ένα είναι βέβαιο: Δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε το αύριο με τα εργαλεία και το λεξιλόγιο του χθες.

Γνωρίζω καλά πως σε κάποιους δεν θα μπορέσουμε να απευθυνθούμε. Γιατί δεν θα αντιμετωπίσουμε το λαϊκισμό στρογγυλεύοντας τον πολιτικό μας λόγο. Πρέπει όμως να απευθυνθούμε στον «ξεχασμένο άνθρωπο». Στην μέση ελληνική οικογένεια που, μακριά από ιδεολογικές κορώνες, βλέπει κάθε μέρα το μέλλον της πιο ζοφερό. Πρέπει να απευθυνθούμε στους χαμένους της παγκοσμιοποίησης. Πρέπει να απευθυνθούμε στους ακραία φτωχούς, που είναι κατά βάση νέοι και ακουμπούν το 15% της ελληνικής κοινωνίας. Πρέπει να απευθυνθούμε σε όσους αισθάνονται ότι η Ελλάδα δεν τους δίνει προοπτική και επιλέγουν «να ψηφίσουν με τα πόδια τους», επιλέγοντας τη φυγή. Πρέπει να απευθυνθούμε στη μέση ελληνική οικογένεια και να αντιστρέψουμε την τεράστια δημογραφική κρίση που απειλεί τη χώρα μας. Πρέπει να απευθυνθούμε στις εργατικές συνοικίες της χώρας και να τους πείσουμε για το «τι πρέπει να γίνει» και το πως αυτό περιλαμβάνει και σέβεται την προοπτική των ίδιων και των οικογενειών τους.

Με αλλά λόγια πρέπει να ακούσουμε το βουβό πόνο μιας τραυματισμένης κοινωνίας και να χτίσουμε βήμα βήμα, λιθαράκι λιθαράκι, σχέσεις εμπιστοσύνης. Και αυτό δεν θα γίνει μόνο στα αμφιθέατρα των παρουσιάσεων βιβλίων ή σε συνάξεις ανθρώπων που σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Θα γίνει εκεί που ζυμώνεται η κοινωνία. Στους χώρους δουλειάς, στις σχολικές επιτροπές, στους νέους αγροτικούς συνεταιρισμούς, στις συνάξεις των startuppers, αλλά και στους χώρους των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, που ασχολούνται με αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Και όλα αυτά θα πρέπει να τα πράξουμε μέσα από μια συμφωνία αλήθειας και ταυτόχρονα εμπεριστατωμένης ελπίδας. Αλήθειας και ελπίδας μαζί, διότι ο κόσμος βίωσε την ελπίδα βασισμένη στην εξαπάτηση και τον λαϊκισμό. Και εύλογα την αμφισβητεί. Επάνω στην αλήθεια θα στηριχθεί ο νέος πατριωτισμός τον οποίο εμείς υπηρετούμε και υψώνουμε ως αντίπαλο δέος στον λαϊκίστικο εθνικισμό που μας καταστρέφει. Ο νέος πατριωτισμός της αλήθειας θα εκφράσει μια πανστρατιά κοινωνική και πολιτική, που θα υπερβαίνει παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές. Θα βρεθεί απέναντι στις πολιτικές του θυμού και της οργής. Με θετικό λόγο. Για να γιατρέψουμε τις πληγές μας. Τώρα είναι η ώρα να δουλέψουμε. Δεν υπάρχει χρόνος για απογοήτευση, δεν υπάρχει χώρος για μιζέρια και μισαλλοδοξία. Δεν υπάρχει περιθώριο για σιωπή και απάθεια. Γιατί έτσι προχωρούν οι λαοί, έτσι ωριμάζουν οι κοινωνίες.

Είναι γεγονός ότι στη Νέα Δημοκρατία έλαχε ο κλήρος να ηγηθεί αυτής της πανστρατιάς. Είμαστε έτοιμοι να γίνουμε καταλύτες της. Γιατί και εμείς αλλάζουμε και μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Είναι, όμως, απαραίτητη και η συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που στέκονται απέναντι στην ανευθυνότητα και τον τυχοδιωκτισμό της σημερινής Κυβέρνησης. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια ουδέτερης στάσης και πολιτικής ίσων αποστάσεων. Διότι ένα είναι βέβαιο: Το διακύβευμα υπερβαίνει τον καθένα από εμάς ατομικά και το ζητούμενο είναι να μη μας υπερβεί και συλλογικά.

Αυτό νομίζω ότι είναι και το νόημα του καλέσματος του Γιώργου Παγουλάτου, που πέρα από το χρονικό της ελληνικής κρίσης, εμπεριέχει το βιβλίο του. Του καλέσματος να συμπράξουμε για να αναστραφεί οριστικά η ρότα του νησιού που – ας μη γελιόμαστε - εξακολουθεί να «φεύγει». Δεν θα έχουμε πολλές ακόμα ευκαιρίες υπέρβασης και ανάκαμψης. Η στιγμή μας θα έρθει σύντομα. Και, αυτήν τη φορά, είμαι βέβαιος ότι θα φανούμε αντάξιοι της στιγμής και της ιστορίας. Και τότε θα φανεί ποιοι μένουν στα εύκολα λόγια και ποιοι θα είναι διατεθειμένοι να μπουν για τα καλά στο δύσκολο καμίνι της πολιτικής δράσης. Ποιοι θα περιοριστούν στο ρόλο να βλέπουν την ιστορία να περνά από μπροστά τους και ποιοι θα επιλέξουν να γίνουν μέρος της και να τη διαμορφώσουν.
antinews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου